Αρχειοθήκη ιστολογίου

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Γλώσσα-Μαρτυρίες 28η Οκτωβρίου 1940





ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ 1940 -1944
Την ιστορία που σας γράφω την είπε ένας θείος του παππού μου.
Την εποχή που ξεκίνησε η κατοχή στην Ελλάδα ήταν δεκαέξι χρονών και ο μεγαλύτερος από τα αγόρια. Συνολικά ήταν οκτώ αδέλφια.
Ο πατέρας του ήταν άρρωστος και έπρεπε εκείνος να φροντίσει για να ταΐσει την οικογένεια.
Ήταν χειμώνας του 1941 με βροχές , κρύο και πολύ μεγάλη πείνα. Ο κόσμος έτρωγε ότι έβρισκε: χόρτα του βουνού, χαρούπια, μέχρι και λεμόνια. Δεν υπήρχαν καθόλου τρόφιμα, ούτε λάδι, ούτε σπορέλαιο. Ο κόσμος πήγαινε στα συσσίτια.
Έφευγε το απόγευμα από την Άνω Σύρο και πήγαινε στο Γαλησσά με τα πόδια από τα βουνά για να φέρει κανένα μαρούλι ή λάχανο ή κουνουπίδι ή κάποιο χορταρικό και γύριζε φορτωμένος τη νύχτα, τρεις και τέσσερις το πρωί, για να μην τον δουν οι Ιταλοί στρατιώτες και του τα πάρουν. Έτσι τάιζε την οικογένεια -και πουλούσε κιόλας σε άλλους, ύστερα από παραγγελία που του έκαναν.
Μία μέρα είχε πάει πάλι στο Γαλησσά με έναν άλλο και στο γυρισμό τους έπιασαν οι Ιταλοί. Αλλά ευτυχώς δεν τους έκαναν τίποτα, παρά μόνο τους πήραν όλα τα λαχανικά που κουβαλούσαν κι έτσι πήγαν στο σπίτι με άδεια χέρια.
Το ίδιο έκανε πηγαίνοντας από την Άνω Σύρο στο Κίνι περνώντας το βουνό Βόλακας. Στην επιστροφή σταματούσε στην πηγή Τρυπητή για να ξεκουραστεί,  να πιει νερό και έτρωγε και καμιά λαχανόγουλα.
Έτσι πέρασαν τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και κατάφερε να μείνει στη ζωή όλη η οικογένεια.
Ευάγγελος Συριανός, Οκτώβριος 2016


   Το περιστατικό που θα αφηγηθώ μου το διηγήθηκε ο μπαμπάς μου. Είναι μία ιστορία που του είχε πει ο παππούς του, που έγινε στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, στη Σύρο.
   Στην αρχή ο πόλεμος ήταν πολύ δύσκολος, με τον καιρό όμως, φύγανε οι Γερμανοί από την Σύρο και ήρθαν οι Ιταλοί.
   Οι περισσότεροι νέοι της εποχής πήγαιναν στα βουνά της Απάνω Μεριάς που ήταν σχεδόν ακατοίκητα και μάζευαν ξύλα. Τα πήγαιναν στους φούρνους και τους δίναν ένα κομμάτι ψωμί.
   Όταν τελείωσε ο πόλεμος και έφευγαν οι Ιταλοί, οι Γερμανοί ήθελαν να ανατινάξουν το λιμάνι. Τότε όμως πήγε ένας Ιταλός και έκοψε τα καλώδια από τις βόμβες κι έτσι δεν έγινε η έκρηξη.
   Αυτός ο Ιταλός έμεινε για πάντα στη Σύρο και έκανε οικογένεια.

Πετρίνα Καπέλλα, Οκτώβριος 2016



Θα σας διηγηθώ μια αληθινή ιστορία για τον πόλεμο του 1940, όπου εκεί πολέμησε ο θείος μου ο Λοΐζος, έτσι ήταν το όνομά του.
Ένα πρωί λοιπόν όπως όλα τα άλλα ο θείος, 17 χρονών, ξεκίνησε να πάει στη δουλειά του.  Δούλευε στα χωράφια μαζί με τον πατέρα του. Είχε να μεγαλώσει δύο αδελφές έντεκα και δώδεκα χρονών και έναν οχτάχρονο άρρωστο αδελφό. Η μητέρα του δε ζούσε.
Το πρωινό αυτό ήταν διαφορετικό. Σειρήνες άρχισαν να αντιλαλούν και οι καμπάνες χτυπούσαν ασταμάτητα. Ο κόσμος έτρεχε πανικόβλητος και φώναζε : «βοήθεια» και ότι οι Γερμανοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Τα αεροπλάνα άρχισαν να περνούν πάνω από την πόλη. Περνούσαν και φορτηγά γεμάτα με φαντάρους. Οι Γερμανοί έμπαιναν στα σπίτια και ρημάζανε τα πάντα. Έσπαγαν, έκλεβαν, σκότωναν. Έτσι ο θείος μαζί με πολλά παιδιά της ηλικίας του ντύθηκαν στα χακί, πήραν όπλα στα χέρια τους και έφυγαν για τα βουνά ή κρύφτηκαν σε κάποια γωνιά της πόλης.
Εκεί στα βουνά γινόταν κακό μεγάλο. Γύρω νεκροί άνθρωποι, φωτιές. Το ίδιο και στην πόλη φυσικά. Ο θείος σκότωσε και αυτός Γερμανούς. Πάλευε για την ελευθερία μας, οι μέρες ατελείωτες. Πέρασε μεγάλη πείνα και ξεπάγιασε από το κρύο. Όμως αυτός δε το έβαλε κάτω ούτε λεπτό, γιατί πολεμούσε τον εχθρό.
Όταν κατάφερε κάποια στιγμή να γυρίσει σπίτι για λίγο, βρήκε την οικογένειά του πολύ πεινασμένη και τον πατέρα του πολύ άρρωστο. Τότε αποφάσισε να βρει τροφή. Όταν λοιπόν έφτασε το φορτηγό με τα καρβέλια ψωμί  πήγε και έκλεψε μερικά καρβέλια ψωμί. Τον κυνήγησαν οι Γερμανοί μέχρι θανάτου. Ξέφυγε όμως και πήγε την τροφή στην οικογένειά του.
Ο θείος ήταν γενναίος δεν τον ένοιαζε τίποτα. Κατάφερε να πάει την οικογένειά του σε καταφύγιο για να είναι μαζί με τους άλλους ανθρώπους που κατάφεραν να βρουν τροφή και φάρμακα.  Αυτός ξαναπήγε στα βουνά και πολεμούσε. Οι βόμβες έπεφταν δίπλα του. Στάθηκε τυχερός όπως έλεγε γελώντας πάντα επειδή ήταν κοντός και γρήγορος.
Τον ρωτούσε η μαμά μου αν ένιωθε ήρωας. Πάντα της έλεγε «όχι». Ήρωες ήταν όλοι μικροί-μεγάλοι όπου και αν βρίσκονταν, γιατί όλοι είχαν ένα σκοπό : ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.
Ειρήνη Ρούσσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου